Wortschatz

Γερμανικό λεξικό συχνότητας

Γερμανικά, λέξη προς λέξη.

Γερμανικά · ελληνική απόδοση · προφορά με ένα πάτημα

Συχνότητα από πραγματικούς υπότιτλους · ξεχωριστή βασική συλλογή για αρχή.
0,90×

Πραγματικοί τύποι λέξεων, με ελληνικούς ορισμούς όπου υπάρχουν. Πάτησε μια λέξη για σημασίες και παραδείγματα.

25.000 λέξεις1–100 από 25.000
#1
8.206.679 εμφανίσεις
εγώ
Διορθωμένη απόδοση
#2
5.337.535 εμφανίσεις
αυτή / αυτοί, αυτές, αυτά · σε αιτιατική: τη(ν), τους/τις
Διορθωμένη απόδοση
#3
4.351.429 εμφανίσεις
το (άρθρο) · αυτό · που (αναφορικό)
Διορθωμένη απόδοση
#4
4.231.175 εμφανίσεις
είναι (γ΄ ενικό του sein)
Διορθωμένη απόδοση
#5
4.129.116 εμφανίσεις
εσύ
Διορθωμένη απόδοση
#6
3.850.503 εμφανίσεις
δεν / όχι
Διορθωμένη απόδοση
#7
3.503.121 εμφανίσεις
η / οι / τις (άρθρο, ανάλογα με την πτώση) · αναφορική αντωνυμία
Διορθωμένη απόδοση
#8
3.206.490 εμφανίσεις
και
Διορθωμένη απόδοση
#9
3.195.746 εμφανίσεις
αυτό, το (ουδέτερη αντωνυμία) · απρόσωπο υποκείμενο
Διορθωμένη απόδοση
#10
2.438.967 εμφανίσεις
ο / της / των (άρθρο, ανάλογα με την πτώση) · αναφορική αντωνυμία
Διορθωμένη απόδοση
#11
2.408.010 εμφανίσεις
εμείς
Διορθωμένη απόδοση
#12
2.386.695 εμφανίσεις
τι · αυτό που
Διορθωμένη απόδοση
#13
1.990.971 εμφανίσεις
προς, σε (πρόθεση με δοτική) · δείκτης απαρεμφάτου με zu
Διορθωμένη απόδοση
#14
1.906.502 εμφανίσεις
προσωπική αντωνυμία, γ' πρόσωπο, ονομαστική του ενικού: αυτός
Βικιλεξικό
#15
1.853.462 εμφανίσεις
ένας / ένα · ένας/μία ως αριθμητικό σε κλιμένες μορφές
Διορθωμένη απόδοση
#16
1.740.327 εμφανίσεις
σε, μέσα σε (δοτική ή αιτιατική ανάλογα με τη χρήση)
Διορθωμένη απόδοση
#17
1.445.900 εμφανίσεις
ναι
Διορθωμένη απόδοση
#18
1.429.421 εμφανίσεις
σε εμένα / μου (δοτική του ich)
Διορθωμένη απόδοση
#19
1.415.765 εμφανίσεις
με (πρόθεση με δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#20
1.305.395 εμφανίσεις
τον (αιτιατική αρσενικού) · στους/στις/στα (δοτική πληθυντικού)
Διορθωμένη απόδοση
#21
1.304.519 εμφανίσεις
πώς · όπως · πόσο
Διορθωμένη απόδοση
#22
1.252.988 εμφανίσεις
εμένα / με (αιτιατική του ich)
Διορθωμένη απόδοση
#23
1.241.323 εμφανίσεις
πάνω σε (δοτική ή αιτιατική ανάλογα με τη χρήση)
Διορθωμένη απόδοση
#24
1.195.296 εμφανίσεις
ότι (εισάγει δευτερεύουσα πρόταση)
Διορθωμένη απόδοση
#25
1.172.678 εμφανίσεις
αλλά
Διορθωμένη απόδοση
#26
1.166.150 εμφανίσεις
μία (ονομαστική ή αιτιατική θηλυκού)
Διορθωμένη απόδοση
#27
1.125.397 εμφανίσεις
έτσι · τόσο
Διορθωμένη απόδοση
#28
1.094.087 εμφανίσεις
έχει (γ΄ ενικό του haben)
Διορθωμένη απόδοση
#29
1.068.148 εμφανίσεις
εδώ (χωρικά) · εδώ (στην περίπτωση αυτή)
Βικιλεξικό
#30
1.030.789 εμφανίσεις
έχω
Διορθωμένη απόδοση
#31
1.028.518 εμφανίσεις
είμαστε / είναι / είστε ευγενικά (τύπος του sein)
Διορθωμένη απόδοση
#32
1.026.483 εμφανίσεις
για (πρόθεση με αιτιατική)
Διορθωμένη απόδοση
#33
995.543 εμφανίσεις
από · του/της (πρόθεση με δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#34
968.944 εμφανίσεις
εσένα / σε (αιτιατική του du)
Διορθωμένη απόδοση
#35
965.085 εμφανίσεις
ήμουν / ήταν (Präteritum του sein)
Διορθωμένη απόδοση
#36
962.633 εμφανίσεις
αν · όταν (για παρόν, μέλλον ή επανάληψη)
Διορθωμένη απόδοση
#37
928.838 εμφανίσεις
εσείς οικεία · σε αυτή/της · δικός της/τους, ανάλογα με τη χρήση
Διορθωμένη απόδοση
#38
889.731 εμφανίσεις
όχι
Διορθωμένη απόδοση
#39
882.801 εμφανίσεις
σε / πάνω σε / δίπλα σε (πρόθεση, ανάλογα με τη χρήση)
Διορθωμένη απόδοση
#40
871.593 εμφανίσεις
έχω (α΄ ενικό του haben)
Διορθωμένη απόδοση
#41
803.250 εμφανίσεις
ακόμη · επιπλέον
Διορθωμένη απόδοση
#42
795.964 εμφανίσεις
εκεί / εδώ · επειδή
Διορθωμένη απόδοση
#43
793.502 εμφανίσεις
είμαι (α΄ ενικό του sein)
Διορθωμένη απόδοση
#44
787.153 εμφανίσεις
μόνο
Διορθωμένη απόδοση
#45
777.988 εμφανίσεις
σε εσένα / σου (δοτική του du)
Διορθωμένη απόδοση
#46
747.883 εμφανίσεις
έναν (αιτιατική αρσενικού του ein)
Διορθωμένη απόδοση
#47
742.568 εμφανίσεις
τον/την/το εαυτό του/της · αυτοπαθής αντωνυμία γ΄ προσώπου
Διορθωμένη απόδοση
#48
734.214 εμφανίσεις
εμάς / μας (αιτιατική ή δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#49
711.262 εμφανίσεις
έχεις (β΄ ενικό του haben)
Διορθωμένη απόδοση
#50
653.712 εμφανίσεις
στον / στο (άρθρο σε δοτική αρσενικού ή ουδετέρου)
Διορθωμένη απόδοση
#51
634.980 εμφανίσεις
μπορώ / μπορεί (τύπος του können)
Διορθωμένη απόδοση
#52
630.855 εμφανίσεις
καλός / καλά
Διορθωμένη απόδοση
#53
620.923 εμφανίσεις
επίσης · και
Διορθωμένη απόδοση
#54
620.783 εμφανίσεις
αυτόν / τον (αιτιατική του er)
Διορθωμένη απόδοση
#55
618.658 εμφανίσεις
ήδη · κιόλας · και ως μόριο
Διορθωμένη απόδοση
#56
612.296 εμφανίσεις
είμαι · δικός του (κτητικό, ανάλογα με τη χρήση)
Διορθωμένη απόδοση
#57
611.096 εμφανίσεις
από σε σύγκριση · ως · όταν για συγκεκριμένη παρελθοντική περίσταση
Διορθωμένη απόδοση
#58
609.169 εμφανίσεις
τώρα
Διορθωμένη απόδοση
#59
606.937 εμφανίσεις
φορά · μόριο που κάνει συχνά το ύφος πιο καθημερινό
Διορθωμένη απόδοση
#60
603.689 εμφανίσεις
από / έξω από (πρόθεση με δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#61
597.149 εμφανίσεις
τότε / έπειτα
Διορθωμένη απόδοση
#62
587.182 εμφανίσεις
δική μου / δικοί μου (κτητικό σε κλιμένη μορφή)
Διορθωμένη απόδοση
#63
583.409 εμφανίσεις
γύρω από · στις για ώρα · για σε um … zu
Διορθωμένη απόδοση
#64
569.102 εμφανίσεις
στο / μέσα στο (in dem)
Διορθωμένη απόδοση
#65
548.732 εμφανίσεις
γίνεται / θα… / σχηματίζει παθητική (γ΄ ενικό του werden)
Διορθωμένη απόδοση
#66
542.316 εμφανίσεις
δικός μου (κτητικό πριν από ουσιαστικό)
Διορθωμένη απόδοση
#67
537.329 εμφανίσεις
είσαι (β΄ ενικό του sein)
Διορθωμένη απόδοση
#68
528.122 εμφανίσεις
όμως · κι όμως · ναι σε απάντηση αρνητικής ερώτησης
Διορθωμένη απόδοση
#69
512.920 εμφανίσεις
όλα / τα πάντα
Διορθωμένη απόδοση
#70
493.357 εμφανίσεις
ξέρω / ξέρει (wissen) · λευκός (επίθετο)
Διορθωμένη απόδοση
#71
490.257 εμφανίσεις
καμία / κανένα στον πληθυντικό (κλιμένος τύπος του kein)
Διορθωμένη απόδοση
#72
476.748 εμφανίσεις
ή
Διορθωμένη απόδοση
#73
462.800 εμφανίσεις
μετά από · προς για ορισμένους προορισμούς (δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#74
433.518 εμφανίσεις
τίποτα
Διορθωμένη απόδοση
#75
421.942 εμφανίσεις
κανείς / κάποιος · απρόσωπο υποκείμενο όπως «λένε»
Διορθωμένη απόδοση
#76
415.180 εμφανίσεις
γίνομαι · βοηθητικό μέλλοντα και παθητικής
Διορθωμένη απόδοση
#77
411.604 εμφανίσεις
θέλω / θέλει (τύπος του wollen)
Διορθωμένη απόδοση
#78
410.706 εμφανίσεις
πού / όπου
Διορθωμένη απόδοση
#79
409.868 εμφανίσεις
σε αυτούς/αυτές/αυτά · τους (δοτική πληθυντικού)
Διορθωμένη απόδοση
#80
405.566 εμφανίσεις
πρέπει να (α΄ ή γ΄ ενικό του müssen)
Διορθωμένη απόδοση
#81
395.523 εμφανίσεις
κάτι · λίγο
Διορθωμένη απόδοση
#82
394.357 εμφανίσεις
περισσότερο
Διορθωμένη απόδοση
#83
390.036 εμφανίσεις
ω! / α! (επιφώνημα)
Διορθωμένη απόδοση
#84
383.443 εμφανίσεις
σε / κοντά σε / στον χώρο κάποιου (δοτική)
Διορθωμένη απόδοση
#85
379.040 εμφανίσεις
λοιπόν / επομένως
Διορθωμένη απόδοση
#86
369.268 εμφανίσεις
παρακαλώ / ορίστε
Διορθωμένη απόδοση
#87
362.730 εμφανίσεις
πάντα
Διορθωμένη απόδοση
#88
354.586 εμφανίσεις
γιατί
Διορθωμένη απόδοση
#89
347.818 εμφανίσεις
μπροστά από · πριν από (ανάλογα με τη χρήση)
Διορθωμένη απόδοση
#90
347.763 εμφανίσεις
ελεύθερος / λυμένος · εμπρός! σε los!
Διορθωμένη απόδοση
#91
335.276 εμφανίσεις
ξανά
Διορθωμένη απόδοση
#92
334.216 εμφανίσεις
μπορώ / ξέρω να
Διορθωμένη απόδοση
#93
332.937 εμφανίσεις
έχω (καθημερινός συντομευμένος τύπος του habe)
Διορθωμένη απόδοση
#94
329.207 εμφανίσεις
λέω
Διορθωμένη απόδοση
#95
321.436 εμφανίσεις
άνδρας
Διορθωμένη απόδοση
#96
320.612 εμφανίσεις
όλοι / όλες / όλα
Διορθωμένη απόδοση
#97
318.032 εμφανίσεις
πηγαίνει / λειτουργεί (γ΄ ενικό του gehen)
Διορθωμένη απόδοση
#98
316.561 εμφανίσεις
κάνω
Διορθωμένη απόδοση
#99
316.429 εμφανίσεις
πολύ
Διορθωμένη απόδοση
#100
314.795 εμφανίσεις
ευχαριστώ
Διορθωμένη απόδοση